ΕΧΕΙ ΠΑΛΙΩΣΕΙ Η ΕΙΔΗΣΗ! MEDIA LITERACY ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΔΕΝ ΑΝΑΒΑΛΛΕΤΑΙ!

Της Σταύρης Τσαγγαρίδου

Το βιβλίο του Γιώργου Πλειού «Πολιτισμός της εικόνας και εκπαίδευση», ειδικότερα το υποκεφάλαιο «Η μετατροπή της γνώσης σε γνώμη: αμφισβήτηση της αλήθειας και «διασκαίδευση»», επισημαίνει τη σημασία του εξεικονισμού των σχολικών εγχειριδίων, ως αποτέλεσμα της χρήσης του μέσου επικοινωνίας και του λόγου. Αυτό επηρεάζει τόσο τις σημασίες όσο και τον τρόπο παραγωγής των σχολικών βιβλίων, τον τρόπο κατανόησης κι αξιολόγησης των γεγονότων, της αλήθειας, της επιστημονικότητας και πολλών άλλων.

Επομένως, ανατρέπεται το μοντέλο της καθιερωμένης νεωτερικότητας προς ένα μετα-νεωτερικό ή υστερο-νεωτερικό μοντέλο οργάνωσης της εκπαιδευτικής πράξης.  Η εικόνα κατέχει κεντρική θέση σε εκπαιδευτική πράξη (βιβλία, οργάνωση και περιεχόμενο) και φέρει αλλαγές σε τρόπο πρόσληψής της, αλλά και σε σχέση δασκάλου-μαθητών. Ωστόσο, επιβάλλεται μια διαφορετική προσέγγιση της εικόνας κι ανάγνωσή της, σχετικά με τη γραφή, εφόσον επιτρέπεται μια υποκειμενική κι ατομική προσέγγισή της για την κατανόηση του περιεχομένου της. Οι λόγοι είναι τα διάφορα οπτικά σημεία και η συμπαραδήλωση που προκύπτει από τον τρόπο οργάνωσης των εικόνων. Εξάλλου, η απεικόνιση δεν εξυπηρετεί μόνο μαθησιακούς σκοπούς, αλλά κι ελκυστικούς, όπως φαίνεται στα εγχειρίδια, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η υποκειμενική ανάγνωση. Πλεονέκτημα έχουν τα παιδιά που γεννήθηκαν σε έναν πολιτισμό εικόνας, εφόσον έχουν ανεπτυγμένες ικανότητες χειρισμού των εικονιστικών κειμένων.

Για το πιο πάνω επιθυμητό αποτέλεσμα της κατανόησης του περιεχομένου ενός κειμένου και της απόκτησης γνώσης από τα παιδιά καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η τηλεόραση, ο κινηματογράφος και άλλα σύγχρονα μέσα προβολής, καθώς φυσικά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό τονίζει και ο Scannell που θεωρεί ότι η εικόνα οδηγεί σε γνώση, αλλά και σε βίωση των γεγονότων που περιγράφονται. Σ’ αυτό συμφωνεί και ο Βρύζας, εφόσον πιστεύει ότι οι εικόνες «δεν είναι αναλυτικές, αλλά καθολικές και περισσότερο πολυσημικές… Η ιδιαιτερότητα της εικόνας έγκειται στο ότι αναπαριστά μια κατάσταση με τρόπο ολικό και συνθετικό».

Η επίδραση και η «δράση» της εικόνας οφείλεται και στο ότι πλέον γίνεται περισσότερη χρήση της, τόσο από παιδιά όσο κι από ενήλικες, όπως και των εξεικονισμένων εγχειριδίων κατά την εκπαιδευτική διαδικασία, παρέχοντας, παράλληλα, περισσότερη ψυχαγωγική δράση-προσέγγιση κατά το μάθημα, όπως διαμορφώθηκε κατά τα χρόνια της πρώιμης και ώριμης νεωτερικότητας.

Επιπλέον, η ιδιότητα της εικόνας να ενεργοποιεί τους μηχανισμούς συμπαραδήλωσης οφείλεται στη φύση της ως σημειωτικό σύστημα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η εικόνα να αποτελεί μια συνάρθρωση συγκεκριμένων αναπαραστάσεων ή εικόνων. Έτσι προκύπτει η αφαίρεση κάποιων σημείων, εφόσον μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις! Κάποτε, μάλιστα, συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο ευρέα, αλλά και ασυμβίβαστα κι αντίθετα σημεία, ώστε να υπάρχει δυνατότητα διαφόρων τρόπων κατανόησης μιας έννοιας.

Ο Kress τονίζει, επίσης, μια άλλη δυνατότητα της εικόνας. Δηλαδή να διαβάζεται και να αναλύεται από οποιοδήποτε σημείο της και όχι από την αρχή της, όπως η γραφή, καθώς και τη δυνατότητά της να ολοκληρώνεται σε οποιοδήποτε σημείο και οποιαδήποτε στιγμή. Ωστόσο, υπάρχουν αντιρρήσεις γι’ αυτό το θέμα. Η δυτική εικονολογία υποστηρίζει ότι έχει καθιερωθεί η ανάγνωση της εικόνας από πάνω αριστερά και η ολοκλήρωσή της κάτω δεξιά, όπως τα σχετικά κείμενα των πολυμέσων με το σχετικό βελάκι εξόδου. Εντούτοις, υπάρχει και η άποψη ότι η ανάγνωση πραγματοποιείται ελεύθερα στα κείμενα της κινούμενης εικόνας από την ίδια την κίνησή τους, όπως τα πλάνα.

Όσο για την ύπαρξη περιορισμών, ο Kress έχει προβεί στην ορθή παρατήρηση ότι υφίστανται περιορισμοί στο θεατή λόγω της οργάνωσης των πλάνων ή της χρονικής-γραμμικής αφήγησης της κινούμενης εικόνας, παρόμοια με τα σχολικά εγχειρίδια. Ο «αναγνώστης», όμως,της εικόνας έχει τη δυνατότητα δημιουργίας οποιασδήποτε σύνθεσης, με όποια σειρά κιόλας θέλει. Έτσι έχει την ατομική και υποκειμενική επιλογή, αλλά όχι αυθαίρετη κι ανεξάρτητη από το υποκείμενο, ως προϊόν κοινωνικής κατασκευής και επηρεαζόμενο από το κοινωνικο- πολιτιστικό πλαίσιο πρόσληψης της εικόνας.

Το πιο πάνω σημείο έρχεται σ’ αντίθεση με τα σχολικά εγχειρίδια και τις διαδικασίες πρόσληψης και κατανόησης των εννοιών τους. Ακόμα και τα ώριμα νεωτερικά σχολεία είναι εγγράμματα, με την κυριαρχία της γραφής, αφού γίνεται χρήση των έντυπων ΜΜΕ. Η διαφορά, όμως, της γραφής και της εικόνας, κατά τον Kress, είναι το ότι η γραφή υποχρεώνει τον αναγνώστη να ακολουθήσει συγκεκριμένη πορεία ανάγνωσης λόγω της σειράς με την οποία παραθέτει τις λέξεις.

Δύο επιπλέον διαφορές μεταξύ γραφής και εικόνας είναι ότι η γραφή αποτελεί και σύνθεση αφηρημένων εννοιών κι «αναπαραστάσεων», η οποία όμως οδηγεί σε συγκεκριμένο τρόπο κατανόησης των σημασιών της. Μάλιστα, η έντυπη γραφή ως σημειωτικό σύστημα ασκεί απρόσωπη επιτήρηση στον αναγνώστη έως και απρόσωπο καταναγκασμό κατανόησης ενός κειμένου και του νοήματός του, σ’ αντίθεση με την εικόνα. Ακόμη μία διαφορά βρίσκεται στο ότι στα σύγχρονα βιβλία στην κατανόηση των κειμένων σημαντικό ρόλο και δράση ασκεί ο δάσκαλος, αφού διατυπώνει ερμηνείες και τις μεταφέρει στα παιδιά. Έτσι υπάρχει περιορισμός στην ερμηνεία ενός κειμένου.

Όπως φαίνεται, λοιπόν, στα «νεωτερικά» εγγράμματα σχολεία, αυτά που κατευθύνουν την ερμηνεία ενός κειμένου δεν είναι μονό η γραφή, αλλά και ο δάσκαλος. Σαφέστατα, δεν αμφισβητείται ο σημαντικός ο ρόλος του δασκάλου, εφόσον η παρουσία του είναι αναγκαία. Έτσι θα διασφαλιστεί η πραγματοποίηση της αντίληψης αποδεκτών από την κοινωνία σημασιών, αν και είναι λίγες και συγκεκριμένες οι σημασίες που μπορεί να κατανοήσει ένας μαθητής, λόγω της ύπαρξης ιδεολογικής και πολιτικής διαπάλης, ακόμη και στη γλώσσα. Με την ανωτέρω κατάσταση συγκρούεται ο πολιτισμός της εικόνας, με δύο μάλιστα τρόπους. Ο πρώτος τρόπος αφορά την καλλιέργεια ενός διαφορετικού σχολικού και «επιστημονικού» τρόπου μάθησης, με την αντίληψη της εικόνας με υποκειμενικό τρόπο, κυρίως των παιδιών, όπως για παράδειγμα μέσω της σύγχρονης τεχνολογικής εικόνας και της απλής. Ο δεύτερος, δε, τρόπος αφορά την εμπειρία που αποκτάται από τα παιδιά από την αλληλεπίδραση μεταξύ απλής και τεχνολογικής εικόνας, λόγου χάρη σε επιλογές για τον τρόπο ζωής τους και σε επιθυμίες τους, οι οποίες πολλές φορές έχουν και αρνητικές επιπτώσεις σε γνώσεις και σε ζωή των παιδιών. Γι’ αυτό το λόγο, άλλωστε, φοβάται η κοινή γνώμη και οι επιστήμονες, αφού λαμβάνουν υπ’ όψιν τα προαναφερθέντα αρνητικά αποτελέσματα της εικόνας στο μέλλον των παιδιών.

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, λοιπόν, ότι η επαφή με τις εικόνες οδηγεί σε σταδιακή μεταβολή της αντίληψης των υποκειμένων για τη γνώση και το περιεχόμενό της. Η προσφορά των εικονιστικών κειμένων βρίσκεται στην παροχή πληροφοριών στα παιδιά για θέματα φυσικά και κοινωνικά.

Ένα, επίσης, σημείο με το οποίο έρχεται σε σύγκρουση, πάλι, το εγγράμματο σχολείο της νεωτερικότητας με τον πολιτισμό της εικόνας είναι ο βαθμός εξεικονισμού του «σχολείου». Αυτό συμβάλλει στην αμφισβήτηση δύο κεντρικών στοιχείων του εκπαιδευτικού συστήματος, με πρώτο τη μονολιθικότητα της εκπαιδευτικής γνώσης και δεύτερο τον κεντρικό ρόλο του δασκάλου ως αποκλειστικού κατόχου γνώσης, επιτηρητή και «θηριοδαμαστή». Με αυτόν τον τρόπο, όπως τονίζει και ο Τσαρδάκης, υποχωρεί και η αυθεντία του δασκάλου ως μοναδικού φορέα της γνώσης. Κατά συνέπεια, οδηγούμαστε στην αμφισβήτηση του δασκαλοκεντρικού μοντέλου διδασκαλίας, με αποτέλεσμα και τη σταδιακή αντικατάσταση αυτών των μοντέλων. Επίσης, αμφισβητείται και η δασκαλομαθητική σχέση, με μεταβολές σε ρόλους μαθητή και δασκάλου. Αυτός, λοιπόν, ο επαναπροσδιορισμός των ρόλων των δύο βασικών παραγόντων τουσχολείου προκύπτει από τις διαφορετικές μορφές εικονιστικής αντίληψης σε καθιερωμένο σχολείο. Έτσι θα υπάρξει και η αλλαγή στην αντίληψη της γνώσης ως καταναλωτικού αγαθού, αλλά και στο ρόλο του δασκάλου ως παραγωγού υπηρεσιών!

Επιπρόσθετα, στο ώριμο και νεωτερικό σχολείο της εικόνας αμφισβητείται και η έννοια της «αλήθειας» και της «αντικειμενικότητας» όχι μόνο της εκπαιδευτικής γνώσης, αλλά και της ευρύτερης γνώσης σχετικά με την κατασκευή της πραγματικότητας, όπως και της κονστρουκτιβιστικής προσέγγισης, ειδικά στην εκπαίδευση. Αρκετές από τις προαναφερθείσες μεταβολές αφορούν το χαρακτήρα της εκπαιδευτικής, αλλά και της ευρύτερης γνώσης και οφείλονται στην κυριαρχία, πια, της απλής και της τεχνολογικής εικόνας, όπως η επέμβαση αυτών στις εκπαιδευτικές διαδικασίες. Έτσι, για παράδειγμα, υπάρχει και διεύρυνση της αντίληψης ότι η εκπαιδευτική γνώση δεν μιλάει για αληθινά γεγονότα και αμφισβητείται η αντικειμενικότητα. Αυτό επισημαίνεται και σε μια έρευνα του κ. Κουλαΐδη που έγινε σε παιδιά του δημοτικού και του γυμνασίου. Μάλιστα, η έρευνα τονίζει ότι οι αλλαγές αυτές δεν αφορούν μόνο τα μαθήματα της ανθρωπιστικής κατεύθυνσης, αλλά κι εκείνα της θετικής κατεύθυνσης. Όσο για την αιτία αυτής της αλλαγής αντίληψης είναι η αναφορά των μαθημάτων της ανθρωπιστικής κατεύθυνσης στο ρόλο της τηλεόρασης, όπως και των άλλων μέσων εικόνας. Δεν μπορεί, δε, να μη σημειωθεί ότι αυτή η αμφισβήτηση διευρύνεται και σε άλλους τομείς, όσο οι μαθητές μεταβαίνουν σε μεγαλύτερες βαθμίδες εκπαίδευσης και διευρύνουν τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους σε τεχνολογική και απλή εικόνα, ενώ υπάρχει και εμβάθυνση της διαδικασίας εξατομίκευσης. Ο Habermas θεωρεί ότι αυτό οφείλεται στην ανάπτυξη του πολιτισμού της εικόνας και της τηλεόρασης, ενώ η εξατομίκευση της ύστερης νεωτερικότητας είναι συνδεδεμένη με τα εικονιστικά, κυρίως, ΜΜΕ. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, ακόμη, ότι εκτός από την αμφισβήτηση του ηγεμονικού ρόλου του δασκάλου και την αυθεντικότητα της εκπαιδευτικής γνώσης, ως συνέπεια έχει παρατηρηθεί και η τυπολογική μεταβολή του εκπαιδευτικού λόγου, όπως φαίνεται στα σχολικά βιβλία. Πλέον ο λόγος παρουσιάζεται ως πληροφοριακός. Η εισχώρηση της εικόνας, καθώς επίσης η παρεπόμενή της συναισθηματική, ατομική κι ελεύθερη ανάγνωση καθιστούν αναγκαία την προπαγανδιστική οργάνωση του εκπαιδευτικού λόγου. Συν τοις άλλοις, ως μέσα του εκπαιδευτικού χρησιμοποιούνται και η πειθώς, αλλά και η ελκυστικότητα. Όλα αυτά οδήγησαν στην αλλαγή, γενικότερα, της οργάνωσης της εκπαιδευτικής γνώσης στα σχολικά βιβλία, σύμφωνα με τους κανόνες της πειθούς, της προπαγάνδας και της διαφήμισης. Ωστόσο αυτή η αλλαγή έχει ως συνέπεια και την εξάρτηση της εκπαιδευτικής γνώσης και των τρόπων παρουσίασής της από τη διαφήμιση ή από νέες μορφές προπαγάνδας κατά τη διαδικασία της πρόσληψής της. Άρα αποδεικνύεται ότι η εκπαιδευτική γνώση απέκτησε, πια, τα χαρακτηριστικά ενός καταναλωτικού αγαθού, και μάλιστα της ατομικής κατανάλωσης. Άλλη όψη των αλλαγών που έχουν σημειωθεί αφορά τις κοινωνικές σχέσεις και συμπεριφορές, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο του σχολείου. Συγκεκριμένα, το σχολείο, πλέον, έχει πιο ελκυστικό κοινωνικό-πολιτιστικό πλαίσιο, όπως επίσης και τα σχολικά εγχειρίδια έχουν γίνει πιο ελκυστικά. Επιπλέον, έχει διευρυνθεί το δικαίωμα επιλογής, όπως για παράδειγμα η επιλογή δασκάλου, μαθήματος κ.ά., καθώς και το παιχνίδι εντός αυτού. Παρατηρείται, με λίγα λόγια, διάλυση της μονοκατευθυντήριας οργάνωσής του. Ως αλλαγή σημειώνεται και το ότι χαρακτηριστικό γνώρισμα του σχολείου είναι η αποτελεσματική κι επιχειρησιακή διοίκησή του. Άλλη βασική αλλαγή είναι και η διαμόρφωση ενός κοινού πολιτισμικού περιβάλλοντος εκτός των ορίων του καταναλωτισμού. Η αμφισβήτηση, λοιπόν, της αλήθειας και η διεύρυνση της γνώσης, συν η διεύρυνση της έννοιας της γνώσης και η αμφισβήτηση του κεντρικού ρόλου του δασκάλου στην εκπαίδευση θέτουν το ζήτημα της ενσωμάτωσης ποικίλων υποκειμενικών αναγνώσεων και σημασιών στην οργάνωση της εκπαίδευσης. Μάλιστα, η εξεικονιστική μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης προς την απλή και τεχνολογική εικόνα γίνεται σταδιακά με διάφορους τρόπους, δηλαδή σε μαθήματα, σε ελεύθερη κι ευέλικτη ζώνη στα σχολεία κ.ά. Καθοριστική μπορεί να χαρακτηρισθεί και η μετατροπή της εκπαιδευτικής γνώσης σε γνώμη με σταδιακές, διαρκείς, αλλά και ποικιλότροπες διαδικασίες. Σημαντική θέση στην εκπαίδευση έχουν πια και οι μαθητές ως υποκείμενα που συμμετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία και μετατρέπουν την εκπαιδευτική γνώση σε εκπαιδευτική γνώμη.

Για τα προαναφερθέντα βήματα αλλαγής που πρέπει να γίνουν στην εκπαίδευση για τη βελτίωση του έργου της είναι απαραίτητη η συμμετοχή και η αξιοποίηση των ΜΜΕ και των τεχνικών της επικοινωνίας σε κεντρική θέση κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Αποτέλεσμα των πιο πάνω βημάτων αλλαγής θα είναι η μετατροπή της εκπαίδευσης σε «διασκαίδευση» για μετατροπή της εκπαιδευτικής γνώσης σε γνώμη, καθώς και «εκπαιδιασκέδαση» ή αλλιώς εκπαιδευτική ψυχαγωγία. Έτσι θα είναι δυνατή η σύγκλιση εκπαίδευσης με την ψυχαγωγία, η οποία αποτελεί το χαρακτηριστικό των περισσότερων μορφών του πολιτισμού. Σ’ αυτή τη σύγκλιση η ψυχαγωγία θα γίνει το καθολικό χαρακτηριστικό των πιο πολλών μορφών πολιτισμού. Ως εκ τούτου, η εκπαιδευτική γνώση που θα προσεγγίζει ψυχαγωγικά τα κείμενα θα εντοπίζεται στους εξής τομείς:

α) Διεύρυνση των θεματικών κύκλων της εκπαιδευτικής γνώσης,

β) οργάνωση της εκπαιδευτικής γνώσης σε θεματικές ενότητες,

γ) διεύρυνση της «τάξης του λόγου» με πολλούς «τύπους λόγου» παρουσίασης της εκπαιδευτικής γνώσης με βάση τις εικόνες,

δ) παρουσίαση της εκπαιδευτικής γνώσης με μια «άμορφη αισθητική γλώσσα», με στοιχεία παρουσίασης του κειμένου με απεικονίσεις, διαγράμματα, οπτικοακουστικό υλικό κ.ά., ώστε να συγκροτούν όλα μαζί ένα κείμενο με «ανοικτό κώδικα» και όχι μόνο με ορισμένη γλώσσα στη μετάδοση της γνώσης,

ε) χρήση συναισθηματικού και συγκινησιακού τύπου προσέγγισης για την ερμηνεία και κατανόηση του περιεχομένου της εκπαιδευτικής γνώσης, ώστε να είναι δυνατή η «ελευθερία της κατανόησης». Με τα πιο πάνω βήματα αλλαγής θα είναι κατορθωτή η αναγνώριση της «διασκαίδευσης», αλλά και η ανατροφοδότησή της. Αποδεικνύεται αβίαστα, από τα πιο πάνω, πως ο ρόλος σύγκλισης ρεαλισμού και αισθητικής προσέγγισης καθίσταται κεντρικός στις σύγχρονες μεταβολές της εκπαιδευτικής γνώσης και γενικά της εκπαίδευσης. Μάλιστα η καθιέρωση αυτής της σύγκλισης ως δυνατότητας σχηματισμού και διατύπωσης γνώμης για «μη αντικειμενικά» θέματα, καθώς και άλλα, πέρα από τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Έτσι το άτομο δεν είναι αναγκασμένο, πια, να υποτάσσεται σ’ αυτά, ενώ η διαδικασία γνώσης τους γίνεται μη «κοπιώδης» και μη «εργασιακού τύπου».  Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πόσο σπουδαία σημασία έχει η μετατροπή της γνώσης σε γνώμη, αλλά και η παρεπόμενη αναγνώριση ότι η γνώση και ο κόσμος αποτελούν κοινωνική κατασκευή. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σ’ έναν νέο ιδεολογικό και πολιτικό δογματισμό και σε δυσανεξία στον εκπαιδευτικό χώρο. Η Klaketacy Productions, αναγνωρίζοντας το σπουδαίο έργο όλων των φορέων της σχολικής εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων, μπορεί να προσφέρει εργαστήρια τόσο σε εκπαιδευτικούς όσο και σε μαθητές (και κατά προτίμηση ως ομάδα) για εξερεύνηση στο δρόμο της οπτικοακουστικής χρήσης και αντίληψης της εικόνας στην καθημερινότητά μας, αλλά και στη χρησιμότητά της με τη συνειδητή χρήση όλων των μέσων, με στόχο τη γνώση. Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω του [email protected] ή στο +35799408761.

    Comments are closed